Άρωμα Γυναίκας στην Ελληνική Ζωγραφική της Μαρίνας Λαμπράκη-Πλάκα

Άρωμα Γυναίκας στην Ελληνική Ζωγραφική της Μαρίνας Λαμπράκη-Πλάκα

Αλλά και ο κόσμος της γυναίκας με τη διπλή του σημασία άσκησε πάντοτε μαγνητική έλξη στους δημιουργούς. Ο κόσμος με τη στενή έννοια του διακόσμου και ο κόσμος με την ευρύτερη έννοια: ο χαρακτήρας, τα ήθη, τα πάθη και το πλαίσιο ζωής των γυναικών. Ο κόσμος, με την πρώτη έννοια, ο διάκοσμος, η περιβολή, η ενδυμασία, τα κοσμήματα, που παραδοσιακά είναι πλουσιότερα στις γυναίκες δεν μπορούσαν παρά να ελκύσουν τους καλλιτέχνες, ιδιαίτερα τους εικαστικούς. Η περιβολή, ενδύματα και στολίδια, δεν απασχολούν ωστόσο τους καλλιτέχνες αποκλειστικά και μόνο για την ομορφιά τους˙ δεν απεικονίζονται μονάχα προς ηδονήν, για τη χαρά του βλέμματος. Τις περισσότερες φορές η χρήση και η εικόνα τους έχουν εμβληματικό χαρακτήρα˙ δηλώνουν την τάξη, τη σειρά, το αξίωμα, τον πλούτο, τη δύναμη που κατέχει ή φιλοδοξεί να επιδείξει η εικονιζόμενη γυναίκα. Για την ελληνική τέχνη του 19ου αιώνα, η γλώσσα, ή καλύτερα, ο κώδικας περιβολής μεταφράζει την ευκινησία μιας κοινωνίας που τελεί υπό διαμόρφωση.

Αμέσως μετά τον πόλεμο της Ανεξαρτησίας και τη δημιουργία του νεότερου ελληνικού κράτους, σε μια κοινωνία που ζητά να ορίσει και να προβάλει την ταυτότητά της, η προσωπογραφία ήταν προορισμένη να διαδραματίσει ρόλο πρωταγωνιστικό. Οι ζωγράφοι αποδίδουν την εικόνα της ωραίας Ελληνίδας, στο κλίμα των ρομαντικών αναζητήσεων και του ακαδημαϊσμού. Τους αρέσει να περιγράφουν τα κεντήματα, τα στολίδια και τα κοσμήματα που φορούσαν οι αρχοντοπούλες από τα νησιά και οι κύριες επί των τιμών της Αμαλίας ή της Όλγας. Η εθνική φορεσιά εξαστίζεται και στολίζεται σε υπερθετικό βαθμό.

Ο εξαστισμός της ελληνικής κοινωνίας συμπορεύεται με την ωρίμανση της ελληνικής ζωγραφικής. Η ώριμη γενιά του Μονάχου θα μας δώσει στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα την ιδεοτυπική εικόνα της Αθηναίας αστής, που ντύνεται πλέον και συμπεριφέρεται σαν Ευρωπαία. Οι τρεις κορυφαίοι εκπρόσωποι της Σχολής του Μονάχου, ο Νικηφόρος Λύτρας (1832-1904), ο Νικόλαος Γύζης (1842-1901) και ο Γεώργιος Ιακωβίδης (1853-1932), θα οδηγήσουν την τέχνη της προσωπογραφίας στην πλήρη ωριμότητά της και θα τιμήσουν το είδος με μερικά αριστουργήματα.

Η ηθογραφία, που κυριαρχεί στην ελληνική τέχνη στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα και συμπίπτει με την ωριμότητα της Σχολής του Μονάχου, εμπνέεται από ήθη και έθιμα της υπαίθρου και αναδεικνύει τον ιδιωτικό κόσμο της γυναίκας. Ο θρίαμβος του είδους ανταποκρίνεται στον ορίζοντα υποδοχής ενός αστικού κοινού που είναι αρκετά απομακρυσμένο από τις αγροτικές του ρίζες ώστε να τις νοσταλγεί χωρίς αναστολές. Οι μεγάλοι ζωγράφοι της Σχολής του Μονάχου αναπτύσσουν στις ηθογραφικές σκηνές, τις καθαρά πλαστικές τους δυνατότητες στο σχέδιο, στο χρώμα, στην ερμηνεία του φωτός, στην απόδοση της υφής διαφόρων πραγμάτων, στη σκηνοθεσία μιας σκηνής. Ο Νικηφόρος Λύτρας και ο Νικόλαος Γύζης θα υπηρετήσουν το είδος με μερικά από τα ωραιότερα έργα τους.

Η στροφή της νεοελληνικής τέχνης προς τον υπαιθριστικό μοντερνισμό του Παρισιού μειώνει το ενδιαφέρον των ζωγράφων για το πορτρέτο στις αρχές του 20ού αιώνα. Εξαίρεση αποτελεί η έξοχη προσωπογραφία που φιλοτεχνεί ο γιος του Νικηφόρου, Νικόλαος Λύτρας (1883-1927) στη γυναίκα του. Ζωγραφισμένο με τη γνωστή παχύρρευστη πινελιά και τη δομική χειρονομιακή γραφή που χαρακτηρίζουν το ύφος του έξοχου καλλιτέχνη, το πορτρέτο της κυρίας με τα μαύρα είναι ένα από τα σημαντικότερα έργα στο είδος του.

Posted on 2018-12-19 0

Leave a CommentLeave a Reply

You must be logged in to post a comment.
Prev
Next

No products

To be determined Shipping
0,00 € Total

Check out