Η Ελλάδα του Βασίλη Θεοχαράκη

Η Ελλάδα του Βασίλη Θεοχαράκη

Ο ΒΑΣΙΛΗΣ ΘΕΟΧΑΡΑΚΗΣ ζωγραφίζει αδιάλειπτα τις ιδιότυπες τοπιογραφίες του πάνω από πενήντα χρόνια, παλεύοντας με τα πάθη της ύλης των ελαιο χρωμάτων, με τον δικό του εκφραστικό τρόπο για την προσέγγιση και την απόδοση της φύσης. Η θάλασσα και ο βυθός της, τα σύννεφα και τα μοναστήρια του Αγίου Όρους, μαζί με τα πρόσφατα αδιάβατα «Δάση» και τις τρικυμιώδεις του «Θάλασσες», αποκαλύπτουν τα προσφιλή θέματα του οραματικού του κόσμου. Παράλληλα, η υδατογραφία αποτελεί πεδίο της ατέρμονης δημιουργικής του δράσης τις τελευταίες δεκαετίες. Οι ψαράδες του Αιγαίου και του Ιονίου, περισσότερο από τριάντα χρόνια, συναντούν στα πιο απόμακρα μέρη μια γνώριμη μορφή, έναν λεπτοκαμωμένο άντρα που ζωγραφίζει τις πρώτες μεσημεριανές ώρες πάνω σε ένα φουσκωτό, προσπαθώντας να διατηρήσει την ισορροπία του, για να αποδώσει, με υδατοχρώματα, τις αξεπέραστες ομορφιές από τους Αντί παξους και το Μαραθονήσι έως την Πολύαιγο και τη Δωρούσα. Ο Θεοχαράκης ασκεί το βλέμμα του στην κατάκτηση μιας λιτής ζωγραφικής έκφρασης και καταφέρνει να αποτυ πώσει με ευλάβεια τις ανεπανάληπτες στιγμές του φωτός, δημιουργώντας εικόνες μοναδικής μέθεξης και απόλαυσης. Είναι εύκολο άραγε κάποιος αμύητος στις ελληνικές θάλασσες να μπορεί να κερδίσει την ισορροπία ανάμεσα στη δύναμη της φύσης και την επιθυμία της ψυχής; Ο ίδιος το πετυχαίνει αφήνοντας τον χρόνο να δυναμώνει την ίδια τη ζωγραφική του, πινελιά προς πινελιά, κατακτώντας μια ξεχωριστή έκφραση. Εκείνο που τον ενδιαφέρει περισσότερο είναι η ποιητική απόδοση του χώρου-τοπίου παρά η αυστηρή του αποτύπωση. Γνωρίζει σε βάθος ότι δεν κάνει το θέμα τη ζωγραφική, αλλά η ζω γραφική το θέμα. Έτσι, τα καλοκαίρια επιστρέφει στα ίδια νησιά, θαρρείς σαν να έχει κατακτήσει έναν δικό του διάλογο με τα απόκρημνα βράχια και την αλμύρα της θάλασσας. Σκυφτός κάτω από τη λευκή τέντα του φουσκωτού, ώρες ατέλειωτες, ζει την πάλη ανάμεσα στα υδατοχρώματα και τη δύναμη του καλοκαιρινού φωτός, ποιώντας εικόνες μορφικής τόλμης, ρευστές και διάφανες, επιχειρώντας μέσα από την αέναη κίνηση του υγρού στοιχείου και του λαμπυρίσματος του φωτός να αιχμαλωτίσει την αίσθηση της στιγμής του χρόνου, τη δική του συγκί νηση απέναντι στο δέος του για τη φύση. Δουλεύει πάντα πρίμα βίστα, με απλές και άνετες χειρονομίες, εναλλάσσοντας τα ψυχρά με τα θερμά χρώματα, αναζητώντας εκείνη τη μοναδική γαλήνη της φύσης που αισθάνεται ο άνθρωπος, όταν έρχεται αντιμέτωπος με τον εαυτό του και την εικόνα των έργων του. Τι ρόλο άραγε κατέχει το κυρίαρχο κενό, βασικό χαρακτηριστικό της δουλειάς του, ανάμεσα στις χρωματικές του εντάσεις; Ο Θεοχαράκης μυήθηκε στα μυστικά του ελληνικού τοπίου, για να φτάσει στη διατύπωση μιας προσωπικής ζωγραφικής αλήθειας. Η πορεία του στην τέχνη εκφράζει μια διαδρομή αυτογνωσίας, καταφέρνοντας με τα έργα του να δημιουργεί μια αυτόνομη πραγματικότητα που έχει μια άμεση εκλεκτική συγγένεια με αυτή την ίδια την οπτική αλήθεια. Ο ίδιος, κατεξοχήν τοπιογράφος, βαφτισμένος στις ελληνικές αισθήσεις, κατάφερε να εδραιώσει τη δική του εικαστική διάλεκτο. Οι υπέροχες υδατογραφίες του έχω την αίσθηση ότι στάθηκαν αιτία και αφορμή της δημιουργίας των πρόσφατων ελαιο γραφιών του, από το 2007 έως σήμερα. Ο προσεκτικός θεατής συνειδητοποιεί ότι τίποτα στο έργο του δεν είναι τυχαίο και ότι όλα έχουν μια συνέχεια και μια συνοχή. Έτσι, οι «Θάλασσες» έπονται της πολυσυζητημένης ενότητας του έργου «Τοπία Βυθού», ενώ τα «Δάση» του έχουν σχέση με τις ιδιότυπες τοπιογραφικές αποτυπώσεις της ενότητας των ελαιο γραφιών του «Αγίου Όρους». Πρόκειται για στέρεες τοπιογραφικές εικόνες με καθαρά και διαυγή χρώματα λαμπρότητας, αυστηρά μελετημένη δομή σύνθεσης και απλοποιήσεις που ανατρέπουν την κα θιερωμένη προοπτική. Η πλούσια συγκομιδή εμπειριών και ζωγραφικής δράσης όλων αυτών των χρόνων στάθηκε η αφορμή για την ακόλουθη συζήτηση ένα πρωινό σε μικρό νησί των Κυκλάδων, όπου ζούσαμε την αεικινησία της θάλασσας του Αιγαίου μέσα στο Ασάλευτο και το Αιώνιο.


Πώς αντιμετωπίζετε την Ελλάδα του σήμερα, που τόσο πολύ ζωγραφίσατε;
Όταν ζεις αυτό το μεγαλείο της φύσης, παίρνεις δύναμη και αντιλαμβάνεσαι ότι είσαι ένα μικρό μόριο του σύμπαντος. Η Ελλάδα συναντά την αιώνια ομορφιά. Οι Έλληνες έχουμε αυτό το τεράστιο προνόμιο και παράλληλα μια οικουμενική πολιτισμική κληρονομιά. Ας αναλογιστούμε τις ευθύνες μας.


Έχετε ταξιδέψει σχεδόν σε όλο τον κόσμο και, παρ’ όλα αυτά, έχετε επικεντρώσει τη ζωγραφική σας δράση μόνο στην προσέγγιση και απόδοση της Ελλάδας.
Ακριβώς. Μέσα μου κουβαλάω την Ελλάδα που αγαπάω, τις χιλιάδες εικόνες που αντάμωσα και τις αισθήσεις που βίωσα όλα αυτά τα χρόνια στον τόπο μας. Ταξίδεψα από τη Γη του Πυρός έως την Ιαπωνία και από τη Νότια Αφρική έως τις Η.Π.Α., όμως πάντα ζωγραφίζω κάτι από την Ελλάδα. Στην ψυχή μου πάντα υπάρχει μια έρημη ακρογιαλιά.


Τι είναι η Τέχνη για σας ύστερα από πενήντα συναπτά χρόνια πιστής σας αφοσίωσης;
Μια Ιθάκη, ένα ταξίδι που θα ήθελα να μην έχει τέλος. Η ζωγραφική με συγκινεί αδιάλειπτα από τα εφηβικά μου χρόνια έως και σήμερα. Ένα ταξίδι ανάμεσα σε χρώματα και φόρμες, που σε βοηθά να αποκαλύψεις τον δικό σου οραματικό κόσμο. Μια ζωή ζωγραφίζω. Όταν ήμουν παιδί, έφτιαχνα κάτι ανθρωπάκια από πηλό. Στη γειτονιά μου υπήρχε ένα νταμάρι από όπου έβρισκα το υλικό μου. Κρίμα που σήμερα δεν έχω τίποτα από εκείνη την εποχή.


Ποιος ενθάρρυνε τα πρώτα σας βήματα στην τέχνη; Ο πατέρας σας ήθελε να γίνετε ζωγράφος;
Ο πατέρας μου ήταν ένας εμπνευσμένος επιχειρηματίας, δεν ήθελε όμως να ασχοληθώ με τη ζωγραφική. Μια φορά ζωγράφιζα, θυμάμαι, πολύ νέος, εκ του φυσικού στον Πειραιά και δίπλα μου είχε μαζευτεί κόσμος και παρακολουθούσε. Ξαφνικά ήρθε και ο πατέρας μου, κούνησε με δυσαρέσκεια το κεφάλι του και, χωρίς να με χαιρετήσει, έφυγε. Χρόνια αργότερα όμως, όταν είδε την ανταπόκριση που είχαν τα έργα μου, δεν έκρυψε τη χαρά και την υπερηφάνειά του. Ακόμη και σήμερα ζωγραφίζω καθημερινά κάθε απόγευμα, κυρίως όμως τα βράδια, περισσότερο από τρεις ώρες. Το συγκεκριμένο γεγονός, που συνεχίζεται όλα αυτά τα χρόνια, μαρτυρεί την αγάπη μου για τη ζωγραφική. Έτσι, θαρρώ ότι εκφράζω μια βαθύτερη ανάγκη για διαφορετική επικοινωνία με το φιλότεχνο κοινό.


Υπάρχει κάποιο έργο τέχνης που στάθηκε επίμονη αιτία προβληματισμού σας και σε αυτό επιστρέφετε, όταν θέλετε να ξαποστάσετε από τη δούλεψη της ζωγραφικής;
«Ο Λαοκόων και οι γιοι του» είναι το περίφημο μαρμάρινο σύμπλεγμα, ρωμαϊκής εποχής, που με συ γκινεί βαθύτατα και σήμερα βρίσκεται στη Ρώμη, στο Μουσείο του Βατικανού. Το γλυπτό αποδίδει τον Τρώα ιερέα Λαοκόοντα και τους γιους του, Αντι φάντη και Θυμβραίο, να παλεύουν με φίδια.


Το έργο αυτό συνδέεται και με τις δυσκολίες που πιθανόν αντιμετωπίσατε και στην επιχειρηματική σας δραστηριότητα;
Πιθανόν. Θα μπορούσε. Ένας επιχειρηματίας ποτέ δεν έχει την ελευθερία του καλλιτέχνη. Είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Εκείνο που κατάφερα στη ζωή μου είναι να μπορώ να ξεχωρίζω το ένα από το άλλο. Τη στιγμή που μπαίνω στο ατελιέ μου ξεχνάω ότι είμαι επιχειρηματίας. Όταν όμως εργάζομαι ως επιχειρηματίας, πάντα φαντάζομαι τη ζωγραφική και με συντροφεύει ολόκληρη τη μέρα.


Πριν από λίγα χρόνια στο Παρίσι μού εξομολογηθήκατε: «Όταν ζωγραφίζω, αισθάνομαι το απόλυτο κενό. Αφαιρούμαι τόσο, που δεν μπορώ να κατα λάβω τι γίνεται γύρω μου».

Πράγματι, η ζωγραφική για μένα είναι μια έκφραση του έσω κόσμου, μια εσωτερική μου ανάγκη. Αν περάσει μια μέρα και δεν ζωγραφίσω, αισθάνομαι το κενό. Δεν τελειώνω το έργο μου, γιατί τότε θα ήταν ένα συνηθισμένο τοπίο. Το αφήνω αρκετά ημιτελές, ώστε να μπορεί ο θεατής να συμπληρώσει με τη φαντασία αυτό που του λείπει, για να ονειρευτεί. Με ενδιαφέρει το κάθε μου έργο να μην είναι μια απλή απεικόνιση, αλλά να έχει άξονες, και αποφεύγω τις οριζόντιες και τις κάθετες αναπτύξεις.


Ποιοι ζωγράφοι στάθηκαν δάσκαλοί σας στην πολύχρονη καλλιτεχνική σας διαδρομή;
Ο Σπύρος Παπαλουκάς ήταν ο δάσκαλός μου στις αξίες της μεγάλης ζωγραφικής. Σπούδασα κοντά του επί πέντε συναπτά έτη και μυήθηκα στην πειθαρχία μιας ζωγραφικής η οποία βασίζεται σε κανόνες και αξεπέραστες αρχές, που όμως πρέπει ο δημιουργός σε κάποιες περιπτώσεις να υπερβαίνει. Ακολούθησα τις ιδέες του, αλλά όχι και τη φόρμα του· δηλαδή, εκείνες τις μεγάλες αξίες της ζωγραφικής οι οποίες σε οδηγούν σε έναν προσωπικό δρόμο έκφρασης και όχι σε αυτόν της αντιγραφής ή της επανάληψης. Η ζωγραφική σαν διαδικασία δεν είναι μια απλή υπόθεση, πίσω της κουβαλάει μια ιστορία πολλών αιώνων. Εκτιμώ βαθιά το έργο του Κωνσταντίνου Μαλέα, του Κωνσταντίνου Παρθένη, του Νικολάου Γύζη – που είναι πραγματικά ζωγράφος μεγάλης αξίας και χάρηκα πολύ, όταν στο Ίδρυμα παρουσιάσαμε τη σπουδαία του έκθεση με τα εκατό και πλέον αριστουργήματά του. Επίσης, σέβομαι τη δουλειά του Γιάννη Τσαρούχη, του Γιάννη Μόραλη, του Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα και βέβαια του Θεόφιλου.


Ποια ήταν τα κίνητρα που σας ώθησαν να δημιουργήσετε το Ίδρυμα Βασίλη και Μαρίνας Θεοχαράκη;
Σκοπός μου ήταν να δημιουργήσω ένα ίδρυμα που θα συνέβαλλε στην πνευματική και καλλιτεχνική καλλιέργεια του κοινού. Για πολλά χρόνια έψαχνα ένα διατηρητέο κτίριο στην καρδιά της πόλης. Τελικά, βρήκα αυτό που ονειρευόμουν απέναντι από τη Βουλή, ένα από τα ωραιότερα κτίρια της Αθήνας, και εκεί στέγασα το πολιτιστικό κοινωφελές μας Ίδρυμα. Στόχος μου σταθερός, τον οποίο στηρίζει με όλες της τις δυνάμεις και η σύζυγός μου, είναι η προβολή και η προώθηση εκείνων των δημιουργών που με το έργο τους αγγίζουν το υψηλό στην τέχνη. Στα δώδεκα χρόνια λειτουργίας του Ιδρύματος παρουσιάσαμε πολλές σημαντικές εκθέσεις, όπως των Παπαλουκά, Γύζη, Δη μήτρη Μυταρά, Αλέκου Φασιανού, Γιώργου Μαυροΐδη, Μιχάλη Μακρουλάκη, Χρίστου Καρά, καθώς επίσης και πολλές θεματικές εκθέσεις, με ομαδικό χαρακτήρα εκπροσώπησης, όπως τις «Νεκρές Φύσεις. Αριστουργήματα από το Μουσείο Καλών Τεχνών της Βοστώνης» – με έργα από τον Ρενουάρ και τον Ματίς έως τον Μπρακ και τον Μοράντι –, ενώ σε μια άλλη έκθεση, με τίτλο «Οι Εποχές των μοντέρνων. Από τον Μονέ έως τον Υβ Κλάιν», εκτέθηκαν έργα των Πικάσο, Μιρό, Ερνστ, Λεζέ και άλλων. Ξεκάθαρα δε τονίζω ότι δίνω ιδιαίτερη σημασία στην καλλιτεχνική εκπαίδευση των παιδιών, όπως, για παράδειγμα, με τα διάφορα προγράμματα του Ιδρύματος για τους μικρούς μας καλλιτέχνες, που κάποτε μπορεί να γίνουν με γάλοι. Επίσης, με ξεχωριστή αγάπη οργανώσαμε σημαντικές εκθέσεις για τους δύο κορυφαίους μας ποιητές, τον νομπελίστα Οδυσσέα Ελύτη και τον οικου μενικό Κωνσταντίνο Καβάφη.


Σε μια παλιά σας συνέντευξη είχατε δηλώσει: «Δεν πρόκειται να εκθέσω έργα δικά μου εκεί, να λέει ο κόσμος ότι έκανα ίδρυμα για να εκθέτω τα έργα μου». Τι άλλαξε και τώρα εκθέτετε δικά σας έργα της τελευταίας εξαετίας, αφού θα μπορούσατε να τα παρουσιάσετε σε κάποιον άλλο χώρο, όπως το 2007 στο Μουσείο Μπενάκη;
Με απασχόλησε πολύ το πού θα παρουσιάσω τη δουλειά μου, μετά την τελευταία μου έκθεση στο φημισμένο μουσείο Palazzo Venezia της Ρώμης. Βλέπεις, έχω δύο ιδιότητες: η πρώτη είναι του Προέ δρου του ομώνυμου πολιτιστικού κοινωφελούς Ιδρύματος, το οποίο στη μέχρι τώρα λειτουργία του έχει πραγματοποιήσει μια σημαντική πολιτιστική παρέμβαση με σπουδαίες εκθέσεις και πολλών καλλιτεχνών της δικής μου γενιάς. Η δεύτερη ιδιότητά μου, όπως γνωρίζεις, είναι αυτή του ζωγράφου, εδώ και πολλά χρόνια. Έτσι, το αίτημα αρκετών μου φίλων να παρουσιάσω τη νέα μου δουλειά στο ίδρυμα που δημιούργησα με βρήκε σύμφωνο, με δεδομένο όχι μόνο ότι από την ίδρυσή του έχουν περάσει πολλά χρόνια, αλλά και ότι οι εκθεσιακοί του χώροι είναι κατάλληλοι για μεγάλων διαστάσεων έργα, όπως τα δικά μου.


Πιστεύετε ότι δικαιώθηκε το αρχικό σας όραμα για τη δημιουργία και τη λειτουργία του Ιδρύματός σας;
Κάθε φορά αγωνιζόμαστε να προσφέρουμε όσο μπορούμε περισσότερα. Ήταν μεγάλη η συγκίνησή μου, όταν στο Ίδρυμα παρουσιάστηκαν σπουδαία έργα των Πικάσο, Ρενουάρ, Ματίς, Μονέ, Κουρμπέ, Λεζέ, Μπρακ, Μοράντι, Τζώρτζια Ο’ Κήφε, Μπονάρ και πολλών άλλων, ενώ στο αμφιθέατρο εμφα νίστηκαν σημαντικοί συντελεστές της Ακαδημίας της Σκάλας του Μιλάνου και του Νέου Ελληνικού Κουαρτέτου, καθώς και οι Charlotte Rothschild, Stephen Kovacevich, Ronald Brautigam, Melvyn Tan, Alexei Volodin, Μίμης Πλέσσας, Γιάννης Βακαρέλης και άλλοι. Οι δε πολύκοσμες διαλέξεις του Στέλιου Ράμφου και του Ματθαίου Γιωσαφάτ ακόμη συζητούνται.


Ποιος είναι ο επόμενος στόχος σας;
Δεν βάζω ποτέ στόχους στη ζωή μου. Οι στόχοι δεν πρέπει ποτέ να έχουν μακρά διάρκεια. Ο στόχος πρέπει να είναι κοντινός, να απλώνεις το χέρι σου και να τον πιάνεις.


Τι σας κάνει να αισιοδοξείτε;
Ότι ζούμε στην Ελλάδα, στην πιο όμορφη χώρα του κόσμου, και ότι το φως του Αιγαίου και του Ιονίου μάς προσφέρει απλόχερα την αισιοδοξία που χρεια ζόμαστε, για να υπερβούμε τις κακοδαιμονίες της εποχής. Ο πολιτισμός μας είναι ό,τι υψηλότερο έχουμε στην καθημερινότητά μας και είναι τεράστια η υποχρέωσή μας απέναντι στις νέες γενιές. Εύχομαι οι κατέχοντες να συμμερίζονται την άποψή μου και να συμβάλουν στην πολιτιστική μας θωράκιση.

Υπάρχει κάποιο κοινό σημείο ανάμεσα στη ζωγρα φική δημιουργία και τη διοίκηση μιας επιχείρησης;
Είναι κάτι διαφορετικό. Υπάρχουν κοινά χαρακτηριστικά, όμως η τέχνη παλεύει με το αιώνιο. Οι επιχειρήσεις γνωρίζουμε ότι έχουν μια περιορισμένη διάρκεια ζωής.


Τι σας απασχολεί περισσότερο στη ζωγραφική σας δράση;
Το σχέδιο και η σύνθεση. Αυτά δίνουν την αρμονία του πίνακα. Αν πάρεις έργα του Γκρέκο και τα αναλύσεις, θα δεις ότι βασίζονται στη γεωμετρία. Και εγώ στα πρώτα μου έργα σε αυτές τις αρχές στηρίχτηκα. Τώρα πια δεν χρειάζεται. Αλλά, έστω και με το μυαλό μου, κάνω τις αρμονικές χαράξεις. Οφείλεις να ξέρεις καλά σχέδιο, χρώμα και σύνθεση. Για να είσαι όμως καλός ζωγράφος, πρέπει να έχεις ταλέντο. Πρέπει να οδηγείς τον θεατή, καθώς περνάει μπροστά από το έργο σου, να μη φύγει, να μείνει και να πει: «Έχει κάτι που με συγκινεί αυτό το έργο. Τι είναι;». Δεν το ξέρεις, ούτε κι εγώ το ξέρω. Η αλήθεια είναι πως, όταν ζωγραφίζω, αισθάνομαι κάτι υπερβατικό. Είναι εγωιστικό να πω ότι καμιά φορά που τελειώνω τον πίνακα λέω: «Μπα, δεν θα τον έφτιαξα εγώ»; Δεν πιστεύω τα ίδια μου τα μάτια και τα ίδια μου τα χέρια, γιατί μου αρέσει και με ικανοποιεί. Αυτό όμως είναι κάτι τελείως προσωπικό. Ο πίνακας ίσως να είναι μέτριος.


Στη ζωή υπάρχει κάτι που σας φοβίζει;

Φοβάμαι τον θάνατο. Πάντα τον διώχνω από τη σκέψη μου. Όμως εκείνο που με αποκαρδιώνει πιο πολύ είναι η κακία και η αχαριστία των ανθρώπων.


Είναι η ψυχή ελεύθερη στο φως; Εκφράζει πάντα ένα ατέρμονο αστραποβόλημα;
Την ελευθερία την έχεις ή δεν την έχεις. Είναι ό,τι πολυτιμότερο έχουμε, αρκεί να γνωρίζουμε την αξία της.


Πώς αντιμετωπίζετε την πολιτική ή κοινωνική βία;
Την απεχθάνομαι. Δημοκρατία σημαίνει να εκφράζεσαι ελεύθερα χωρίς να ενοχλείς τους άλλους.


Τι σας απασχόλησε περισσότερο στην τελευταία σας δουλειά, με τις αδιάκοπες διεισδύσεις στις «Θά λασσες» και τα «Δάση», και πώς αυτά τα έργα καταφέρνουν να αποπνέουν τη μοναδική μεσογειακή αίσθηση;
Η ερμηνεία της φύσης και η ανάπλασή της με απασχόλησαν, επιχειρώντας να δώσω με τη δική μου ζωγραφική έκφραση μια συνέχεια στον κόσμο των οραμάτων μου. Πρόκειται για πενήντα και πλέον πίνακές μου, λάδια σε μουσαμά, που φιλοτέχνησα μετά την έκθεσή μου στο Palazzo Venezia της Ρώμης. Αποτυπώνουν εικόνες με δάση και θάλασσες, οι οποίες θαρρώ ότι προσεγγίζουν με τον πιο αισιόδοξο τρόπο την πνοή της φύσης και του κόσμου μας. Τα έργα αυτά διαφοροποιούνται από την καλλιτεχνική αντίληψη παλαιότερων ζωγράφων και η αισθητική τους άποψη είναι τελείως διαφορετική από αυτή που ξέρουμε. Ο καλλιτέχνης ζει μέσα στην κοινωνία. Δημιουργεί κατά πρώτο λόγο για τον εαυτό του, αλλά καταθέτει το έργο του στην κρίση των άλλων και χαίρεται, όταν αυτό τους ικανοποιεί.


Ποιος τελικά είναι ο σκοπός της Τέχνης;
Η απόλαυση. Η αποτύπωση της προσωπικής σου ευαισθησίας και, όπως λέει ο Ελύτης: «Θάμπωναν τα μάτια μου, καταμεσήμερο Ιουλίου, από τις άπειρες κοψιές του ήλιου μες στα κύματα». Αυτό που μένει στους άλλους είναι το έργο σου. Μικρό ή μεγάλο, θα το κρίνει ο χρόνος. Και ας μην ξεχνάμε, αγαπημένε μου φίλε, ότι η Τέχνη είναι το πιο ασφαλές καταφύγιο της ελπίδας.


Τάκης Μαυρωτάς
Διευθυντής Εικαστικού Προγράμματος Ιδρύματος Εικαστικών Τεχνών και Μουσικής Β. & Μ. Θεοχαράκη

Posted on 2019-02-26 0

Leave a CommentLeave a Reply

You must be logged in to post a comment.
Prev
Next

No products

To be determined Shipping
0,00 € Total

Check out